ΑΝΙΧΝΕΥΣΗ ΚΑΙ ΠΟΣΟΤΙΚΟΣ ΠΡΟΣΔΙΟΡΙΣΜΟΣ ΗΠΑΤΙΤΙΔΑΣ Β ΚΑΙ ΗΠΑΤΙΤΙΔΑΣ C

Οι ιοί HBV και HCV χαρακτηρίζονται ως ηπατοτροπικοί και είναι η κύρια αιτία ηπατίτιδας σε όλο τον κόσμο. Αποτελούν κίνδυνο για την δημόσια υγεία εδώ και αρκετά χρόνια, για αυτό γίνεται συνεχής προσπάθεια για την εξάλειψή τούς.

Ηπατίτιδα Β

Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (ΠΟΥ), υπολογίστηκε ότι το 2019 περίπου 300 εκατομμύρια του παγκόσμιου πληθυσμού ζουν με χρόνια ηπατίτιδα Β και 1,5 εκατομμύριο είναι οι νέοι ασθενείς κάθε χρόνο [1].

Η ηπατίτιδα B μπορεί να εξελιχθεί σε οξεία ή χρόνια μορφή. Ο ιός της ηπατίτιδας Β είναι ένας DNA ιός του οποίου η μετάδοση γίνεται μέσω του αίματος ή του σπέρματος, παρεντερικά ή μέσω της σεξουαλικής επαφής. Επίσης μπορεί να μεταδοθεί κάθετα, από την μητέρα στο έμβρυο.

Στη χρόνια ηπατίτιδα B ο ασθενής ενδέχεται να εμφανίσει φλεγμονή στο ήπαρ και ηπατική ίνωση που σταδιακά μπορεί να οδηγήσουν σε κίρρωση του ήπατος και ηπατοκυτταρικό καρκίνο.

Ο ιός HBV μπορεί να γίνει ανιχνεύσιμος στο άτομο μέσω του DNA του ιού ή μέσω του αντιγόνου HBsAg στον ορό του αίματος του ασθενή μετά από 4-7 εβδομάδες αφού ο ίδιος προσβληθεί [2]. Οι βιοδείκτες του ορού του αίματος που δίνουν την εικόνα της κατάστασης του ασθενούς είναι οι HBsAg, anti-HBs, HBeAg, anti-HBe, και anti-HBc (IgM, IgG) και φαίνονται αναλυτικά παρακάτω:

Πίνακας 1.1 Μόρια-βιοδείκτες για την μόλυνση από HBV [2]

Βιοδείκτης Ρόλος
HBsAg
  • Ένδειξη μόλυνσης
  • Θετικό στην αρχή της οξείας λοίμωξης και συνεχόμενα κατά τη χρόνια λοίμωξη
anti-HBs Ανάρρωση από οξεία HBV ή ανοσία από το εμβόλιο
HBeAg
  • Φάση ανοσολογικής ανοχής ή ανοσολογικής απομάκρυνσης των αντιγόνων
  • Συνήθως συνυπάρχει με υψηλό ιικό φορτίο
anti-HBe
  • Αν η ποσότητα DNA ΗΒV=χαμηλή, τότε Φάση μειωμένου ιικού πολ/σμού
  • Αν η ποσότητα DNA HBV=υψηλή, τότε ύπαρξη παραλλαγών HBV
anti-HBc IgM Οξεία μόλυνση, ανιχνεύσιμα μεταξύ απομάκρυνσης των HBsAg και εμφάνισης των anti-HBs
anti-HBc IgG
  • Έκθεση στη λοίμωξη
  • Ανίχνευση στην ανάρρωση από οξεία μορφή (μαζί με anti-HBs) και στην χρόνια μορφή (μαζί με HBsAg)

Για την ποσοτικοποίηση του ιικoύ φορτίου, που υποδεικνύει το βαθμό πολλαπλασιασμού του ιού, γίνεται η ανίχνευση του ιικού DNA στο αίμα του ασθενή. Στη χρόνια νόσο η μέτρηση του ιικού φορτίου προτείνεται να εκτελείται σε τακτά χρονικά διαστήματα για την παρακολούθηση της ανταπόκρισης στην θεραπεία.

Στο 95% των περιπτώσεων, η οξεία μορφή της ηπατίτιδας καταπολεμείται από το ανοσοποιητικό σύστημα των ασθενών. Μέχρι τώρα αντιική θεραπεία ακολουθούν οι ασθενείς με σοβαρή οξεία μορφή της νόσου. Για την καταπολέμηση της χρόνιας ηπατίτιδας Β, ο ασθενής εξετάζεται για το ιικό φορτίο και τα επίπεδα του δείκτη τρανσαμινάση της αλανίνης (ALT) σε συνδυασμό με την σοβαρότητα της ηπατικής ίνωσης, αν αυτή υπάρχει. Όλα τα προηγούμενα συνδυάζονται με το οικογενειακό ιστορικό για καρκίνο του ήπατος και την ηλικία του ασθενή έτσι ώστε να διαμορφωθεί το κατάλληλο θεραπευτικό σχήμα. Σήμερα ως φαρμακευτική αγωγή χρησιμοποιούνται είτε η πεγκυλιωμένη ιντερφερόνη άλφα ή/και νουκλεοσιδικά ανάλογα.

Από το 1986 υπάρχει ένα αποτελεσματικό εμβόλιο, το οποίο χορηγείται σε τρεις δόσεις και προσφέρει υψηλό ποσοστό προστασίας κατά του HBV. Είναι καλό να εμβολιαστούν τα νεογέννητα, τα άτομα που δεν εμβολιάσθηκαν στα πρώτα χρόνια της ζωής τους και ενήλικες που διατρέχουν υψηλό κίνδυνο όπως, ασθενείς που βρίσκονται σε αιμοκάθαρση και άτομα που εργάζονται στον χώρο της υγείας [2].

Ηπατίτιδα C

Ο ιός της ηπατίτιδας C είναι ένας RNA ιός, ο οποίος, σύμφωνα με τον ΠΟΥ, υπολογίζεται ότι προσβάλλει 1,5 εκατ. άτομα ετησίως ανά τον κόσμο. Προκαλεί οξεία ή χρόνια μορφή ηπατίτιδας C. Η πρώτη μπορεί να διαρκέσει από έναν έως το πολύ έξι μήνες.

Σε ένα μεγάλο ποσοστό οι ασθενείς με ηπατίτιδα C είναι ασυμπτωματικοί, έτσι περίπου το 70% των περιπτώσεων εξελίσσεται σε χρόνια μορφή, με μερικούς από αυτούς να εμφανίζουν επιπλοκές στο ήπαρ όπως κίρρωση, ηπατική ίνωση, ηπατοκυτταρικό καρκίνο και νόσο του ήπατος. Όταν οι ασθενείς εμφανίζουν συμπτώματα, αυτά μπορεί να είναι: πυρετός, ναυτία, μειωμένη όρεξη για φαγητό, πόνος στην κοιλιακή χώρα, έμετος, σκούρα ούρα και ίκτερος [3, 4].

Η μετάδοση του ιού HCV γίνεται κυρίως μέσω του αίματος, με τη χρήση ιατρικών εργαλείων που δεν είναι αποστειρωμένα ή μέσω κοινής χρήσης σύριγγας. Η κάθετη μετάδοση από την μητέρα στο παιδί καθώς και η μετάδοση μέσω σεξουαλικής επαφής συμβαίνει πιο σπάνια.

Η διάγνωση της ηπατίτιδας C γίνεται με την μέτρηση των αντισωμάτων anti-HCV, τη γονοτύπηση του ιού και τη μέτρηση του ιικού φορτίου στο αίμα. Τα αντισώματα είναι ανιχνεύσιμα στις 2-8 εβδομάδες μετά την μόλυνση και σε άτομα που έχουν θεραπευτεί από την νόσο μπορεί να παραμείνουν για χρόνια στο αίμα τους. Επίσης, για τον έλεγχο της ηπατικής λειτουργίας διενεργείται η εξέταση των επιπέδων της τρανσαμινάσης της αλανίνης (ALT).

Αν η εξέταση αντισωμάτων είναι θετική ή η τιμή της ALT είναι αυξημένη, τότε γίνεται περαιτέρω έλεγχος για την ανίχνευση του RNA του ιού με μοριακό έλεγχο. Σε περίπτωση ανίχνευσης, αυτό ισοδυναμεί με ενεργό μόλυνση ή ο ασθενής έχει περάσει στο παρελθόν ηπατίτιδα C.

Η θεραπεία του HCV στοχεύει στην ενίσχυση της άμυνας του οργανισμού ενάντια στον ιό αλλά και στον περιορισμό του ιικού πολλαπλασιασμού. Πολύ σημαντικός παράγοντας για την θεραπεία που θα επιλέξει ο ιατρός, είναι ο γονότυπος του HCV που έχει προσβάλλει τον ασθενή. Θεραπείες που ακολουθούνται είναι είτε μέσω χορήγησης πεγκυλιωμένης ιντερφερόνης ή/και απευθείας δρώντων αντιικών φαρμάκων [5].

Ο HCV εμφανίζει μεγάλη ετερογένεια. Οι πιο κοινοί γονότυποι είναι έξι (1-6). Ο προσδιορισμός του γονότυπου στην ηπατίτιδα C καθορίζει το είδος της θεραπείας, την διάρκειά της και την δόση στην οποία θα χορηγηθεί στον ασθενή. Κάθε γονότυπος χωρίζεται σε υπότυπους, οι οποίοι χαρακτηρίζονται από ένα μικρό γράμμα δίπλα στον γονότυπο.

Κατά την διάρκεια της θεραπείας η ποσοτικοποίηση του ιικού φορτίου του ιού διενεργείται σε τακτά χρονικά διαστήματα έτσι ώστε να παρακολουθείται η μείωση ή όχι του ιικού φορτίου στον οργανισμό. [5, 6].

Προς το παρόν δεν υπάρχει κάποιο εμβόλιο το οποίο να προστατεύσει τον παγκόσμιο πληθυσμό από την εξάπλωση του ιού ΗCV.

Στην OMNIMED πραγματοποιείται μοριακός έλεγχος για την ανίχνευση και ποσοτικοποίηση, τόσο του DNA του ιού HBV, όσο και του RNA του ιού HCV σε δείγμα αίματος, με την ευαίσθητη μέθοδο της realtime PCR.

Ψυλλάκη Βάσια
Χημικός,
MSc

 

Βιβλιογραφία:

  1. 27 July 2021 [cited 2021 October]; Available from: https://www.who.int/news-room/fact-sheets/detail/hepatitis-b.
  2. Yuen, M.F., et al., Hepatitis B virus infection. Nat Rev Dis Primers, 2018. 4: p. 18035.
  3. 27 July 2021 02 November 2021]; Available from: https://www.who.int/news-room/fact-sheets/detail/hepatitis-c.
  4. Bostan, N. and T. Mahmood, An overview about hepatitis C: a devastating virus. Crit Rev Microbiol, 2010. 36(2): p. 91-133.
  5. Mukherjee, R., et al., Diagnosis and Management of Hepatitis C Virus Infection. J Lab Autom, 2015. 20(5): p. 519-38.
  6. Manns, M.P., et al., Hepatitis C virus infection. Nat Rev Dis Primers, 2017. 3: p. 17006.